ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ


2030 ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ  ΚΑΘΙΣΜΕΝΟ ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΓΥΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΟΛΟΙ ΤΕΤΟΙΑ ΦΟΡΟΥΝ ΠΛΕΟΝ...

Βλέπει πως είναι στην εξοχή. Είναι τόσο όμορφα όλα,ο ουρανός είναι καταγάλανος  χωρίς σύννεφα. Γύρω της έχει πολλά λουλούδια αλλά δεν ξέρει ούτε πως τα λένε ούτε πως μυρίζουν . Δεν έχει δει ποτέ από κοντά.  Σκέφτεται πως θα ήθελε κάποια στιγμή αν της το επιτρέψουν ,να βγει από το σπίτι της και να ψάξει αν υπάρχουν πράγματι όλα αυτά που βλέπει με τα γυαλιά της. Πρέπει να τα βγάλει γιατί πλησιάζει η ώρα του φαγητού...

1,00μμ και αρχίζει να ηχεί η σειρήνα. Η ώρα του φαγητού ήρθε. Βγάζει τα γυαλιά της και κοιτάζει προς το παράθυρο του δωματίου της. Είναι όλο καλυμμένο με ένα μαύρο υλικό ώστε να μη μπορεί να δει τι υπάρχει έξω από κει.

Ακούει το θόρυβο από το όχημα που μοιράζει το φαγητό αλλά δεν το βλέπει.... Κάποια στιγμή που έβλεπε τηλεόραση έκανε παράσιτα κι εμφανίστηκε κάποιος που έλεγε πως είναι φυλακισμένοι και πως έξω από τα παράθυρα τους έχει πολύ ΦΩΣ.
Σκέφτηκε πως έπρεπε να βρει τρόπο να δει τι υπάρχει έξω από το παράθυρο της. Το φορτηγό σταμάτησε στην πόρτα του σπιτιού κι έριξε μέσα το φαγητό της ημέρας από την ειδική υποδοχή. Βλέπεις δε μπορούσε κανείς να βγει, δεν επιτρεπόταν.
Ο κύριος με τα παράσιτα εμφανιζόταν κάθε βράδυ για λίγο κι έλεγε περίεργα πράγματα. Τι να ήταν άραγε αυτό το φως που έλεγε κάθε βράδυ; 
Το μόνο φως που ήξερε ήταν από τις λάμπες led που υπήρχαν παντού στο σπίτι. 
Εκείνη την ώρα τη φώναξε η μητέρα της να φάνε. Πήγε στην κουζίνα και η μητέρα της έβαλε μπροστά της τα μικρά ποτηράκια με τα χαπάκια. Η μητέρα παρόλο που είχε μαύρα μαλλιά και  μάτια είχε πολύ λευκό δέρμα όπως κι εκείνη. Η μητέρα πήρε τα δικά της ποτηράκια και κάθισε απέναντι στη μικρούλα.

- Μαμά.. δε χορταίνω με τα χαπάκια, της είπε.
-Ούτε κι εγώ αλλά μόνο αυτά πρέπει να τρώμε για να μην πεθάνουμε...
-Μαμά τι σημαίνει να μην πεθάνουμε;

Η μητέρα λύγισε κι άρχισε να κλαίει και να της ζητάει συγνώμη, η μικρή δεν καταλάβαινε γιατί η μαμά της αντέδρασε έτσι. Κάθε φορά που τη ρωτάει εκείνη κλαίει....

-Σε παρακαλώ μαμά μην κλαις και πες μου, θέλω μόνο να μάθω.

Η μητέρα σκούπισε τα δάκρυα της και την πήρε αγκαλιά. Είσαι αρκετά μεγάλη πια και πρέπει να σου πω.

''Όταν περίμενα να γεννηθείς ξέσπασε μια πανδημία. Ένας τρομερός μας είπαν,  ιός, που όποιος κολλούσε πέθαινε. Περάσαμε πολύ δύσκολα τότε όλοι. Να σκεφτείς όταν σε γεννούσα ήμουν εντελώς μόνη. Δεν άφηναν κανένα να είναι κοντά μας. μας έβαλαν όλους σε καραντίνα για καιρό. Μας άφηναν λίγο και μετά μας έκλεινα πάλι μέσα γιατί φταίγαμε εμείς που ο ιός κολλούσε τόσο πολύ.

Έκλεισαν μέχρι και τα καταστήματα τροφίμων και ψωνίζαμε πια μέσω ίντερνετ. Δε βγαίναμε πια ούτε στα παράθυρα. Μας έφερναν τα ψώνια στο σπίτι αλλά το φαγητό δεν είχε ούτε γεύση ούτε άρωμα. Ήταν λέει το βασικό σύμπτωμα του ιού . Έχανες την γεύση και την όσφρηση!!! 
Δεν ήταν όμως έτσι. Απλά τα τρόφιμα πλέον τα έφτιαχναν εταιρείες και ήταν χωρίς γεύση και χωρίς άρωμα ...σαν πλαστικά.

Οι άνθρωποι άρχισαν να αυτοκτονούν, πολλοί τρελάθηκαν κι άλλοι,  πέθαναν  από την πείνα. 
Μέσα στο σπίτι κλεισμένος δε μπορούσες πια να εργαστείς.
 Όλοι ζούσαν με επιδόματα. Το ζούσαν βέβαια, ήταν σχετικό, είχαν πεθάνει και δεν το ήξεραν. 
Δεν επιτρεπόταν ούτε να σκεφτείς, ούτε να πεις κάτι διαφορετικό από αυτό που έλεγε η κυβέρνηση.



 Έξω, υπήρχε μόνο αστυνομία, που αν σε έπιανε να κυκλοφορείς, σε έδερναν και σου έκοβαν πρόστιμο. Το πρόστιμο το κράταγε  το κράτος μέσω της εφορίας  από το επίδομα σου. 
Όλα ήταν ηλεκτρονικά κι έτσι  πούλαγες κι  αγόραζες τα πάντα.  Ήταν για το καλό μας, είχαν πει. Έτσι θα ήμασταν όλοι ασφαλείς... 



Δεν κάναμε απολύτως τίποτα, δε ζούσαμε, ήμασταν νεκροί....
Όσοι δούλευαν με τηλεργασία ήταν πιο καλά, γιατί νόμιζαν πως σώθηκαν από τον ιό .
Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που μπορούσαν να βγουν έξω. Τους είχαν δώσει εξουσία κι έτσι ήταν ευχαριστημένοι''.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και μια λάμψη φώτισε το δωμάτιο. Η μικρούλα πετάχτηκε από το κρεβάτι της και πήγε στο παράθυρο.

Έξω είχε αρχίσει βροχή δυνατή λες και ήθελε να ξεπλύνει όλη τη βρωμιά του κόσμου. Κοιτούσε μαγεμένη τις αστραπές... 
Τότε ήρθε και η μητέρα της που άκουσε θόρυβο και πήγε να δει μήπως θέλει κάτι. 
Την αγκάλιασε και της είπε:
Είδες πόσο φωτίζει η αστραπή; Κάνει τη νύχτα μέρα! 
Έλα όμως να κοιμηθείς γιατί αύριο θα πάμε στη γιαγιά και τον παππού. 

Τότε κατάλαβε πως απλά όλα αυτά τα είχε ονειρευτεί. Θυμήθηκε πως ήταν η ιστορία που της είχε πει  η γιαγιά της. Αν δεν είχε ξυπνήσει θα είχε δει και το τέλος.

Η γιαγιά είχε πει πως γύρισε ο θεός μέσα στους ανθρώπους κι εκείνοι άρχισαν να σκέφτονται και να αντιστέκονται, ήταν θέμα χρόνου πια και για τον ιό και για τους εφευρέτες του,  που εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα.  ''Υπάρχουν φύλακες πια, για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ'' έλεγε...

Μόλις έφυγε η μαμά της εκείνη κάθισε στο κρεβάτι και περίμενε να ξημερώσει. Μετά από αυτό το όνειρο λαχταρούσε όσο ποτέ να ξαναδεί τον ήλιο....

ΜΑΤΑ

Υ.Γ. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και ουδεμιά σχέση έχουν με την πραγματικότητα.




Fair Notice -Mε επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος:Το newsplanet09 όπως και η σελίδα μας newsplanet09 στο facebook απαγορεύει ρητώς από 9/6/20 οποιαδήποτε επισήμανση ή χαρακτηρισμό των άρθρων του από μη αναγνωρισμένες από το Ελληνικό κράτος, αλλά και τους διεθνείς νόμους προστασίας ατομικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθερίας άποψης και ιδεών από διαδικτυακές οργανώσεις, οι οποίες δεν συνάδουν με το Σύνταγμα & τους νόμους της χώρας μας, και τις οποίες δεν αναγνωρίζουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.