Βιζυηνός Γεώργιος--ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ--Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ

Βιζυηνός Γεώργιος

Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον

Αλλ' ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, 
είδον τον παππούν με το ονειροπολούν
 αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον
 μακράν επί της κoρυφής 
του κωνοειδούς εκείνου χώματος,
 από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, 
δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις 
εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.

       Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. 
Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά 
και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.
    Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη
 τώρα μελαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. 

Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου.
 Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως
 του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, 
όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων,
 υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!...

    Ο καϋμένος ο παππούς! εσκέφθην προς εμαυτόν,
 επάλευσε κ' ενίκησε τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου,
 αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που,
 αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.

    ― Άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου 
― Είπεν ο γέρων έξαφνα ― 
Έλα να πάμε.
    Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν
 όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.

      Την νύκτα εκείνην έκαμε τω όντι πολύ ψύχος. 
Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα
 επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων
 το έδαφος του κήπου μας. 
Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον 
εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού.
 Αλλ' οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! 
Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί
 και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον 
εις την “σάλαν” της γιαγιάς
, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς μακρύς ο παππούς
 ― Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.

    Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του.
 Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν
 αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.




Η ΓΙΑΓΙΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ Ο  ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

    Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της
, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, 
επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, 
ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του.
 Η ταλαίπωρος! 
Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον!
 Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις,
 ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.
Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα
 “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!




ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟΝ 


Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.