Νίκος Καζαντζάκης: Πρώτη μέρα στο σχολείο


Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο. Μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.

Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:

-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.

Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.

-Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου

-Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.

-Το κρέας δικό σου του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μη τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο.

-Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.


Διότι «Ο Καπετάν Μιχάλης» για τον Νίκο Καζαντζάκη υπήρξε πολλά: τα παιδικά χρόνια του, ο πατέρας του και η πατρίδα του. Σχεδόν όλα.

Ιστορικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση του 1889, έχει για κεντρικό ήρωα «πολεμιστή άγριο κι ανυπότακτο που έχει ορκιστεί να είναι μαυροντυμένος, αξύριστος και αγέλαστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη», τον «Καπετάν Μιχάλη», τον πατέρα του. Φιγούρα εμβληματική και από ιστορικές μαρτυρίες, ηρωική.

«Οταν τον Δεκέμβριο του 1932 ετοίμαζαν για την εξόδιο ακολουθία τον νεκρό πατέρα του Νίκου Καζαντζάκη, τον Καπετάν Μιχάλη, είδαν στα στήθη του παλιές ουλές πληγών από τις μάχες στις οποίες είχε πολεμήσει για τη λευτεριά της Κρήτης. Ούτε μία ουλή δεν υπήρχε στην πλάτη του. Ολες ήταν στο στήθος, μην έχοντας γυρίσει «ποτέ την πλάτη του στον οχτρό», μας αφηγείται η διευθύντρια των Εκδόσεων «Καζαντζάκη», Νίκη Σταύρου.

Εξάλλου, ο Νίκος Καζαντζάκης στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Αναφορά στον Γκρέκο» έχει γράψει γι’ αυτό: «Στη ζωή μου έναν μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα μου. Οταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπίτια, δέντρα… μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας πυργώνουνταν μπροστά μου και μου άκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα… ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες πάντα ανάμεσα εμένα και στο φως ο ίσκιος του… οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ηλίου».

«Στη ζωή μου έναν μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα μου. Οταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας», έγραφε ο Νίκος Καζαν-τζάκης για τον «Καπετάν Μιχάλη»

«Ο πατέρας αυτός, αγέλαστος, σκληρός και τραχύς, όπως υπαγόρευε η σκληρή και τραχιά εποχή της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, τη νύχτα της μεγάλης σφαγής του Ηρακλείου, περίμενε τους Τούρκους πίσω από την πόρτα του σπιτιού με γεμάτο το τουφέκι, ακονίζοντας ένα μακρύ μαχαίρι για να σφάξει την οικογένειά του, ”μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων”. Και το επόμενο πρωινό, ο πατέρας αυτός, πήρε τον μικρό Νίκο από το χέρι και τον οδήγησε στην πλατεία με τα λιοντάρια, να προσκυνήσει τους κρεμασμένους από τον μεγάλο πλάτανο».

«- Κοίτα! μου ’καμε. Σήκωσα τα μάτια κατά τον πλάτανο, έσυρα φωνή: τρεις κρεμασμένοι καμπάνιζαν, ο ένας πλάι στον άλλο, ξυπόλυτοι, με μια πουκαμίσα μονάχα, κι η γλώσσα τους ήταν πεταμένη έξω, καταπράσινη. Γύρισα πέρα το κεφάλι, δεν μπουρούσα να βαστάξω, κι αγκάλιασα το γόνατο του κύρη. Μα αυτός μου φούχτωσε το κεφάλι, το γύρισε κατά τον πλάτανο.

– Κοίτα! με πρόσταξε πάλι. Τα μάτια μου γέμισαν κρεμασμένους.

– Οσο να ζεις, μου ’πε ο κύρης, το ακούς; όσο να ζεις ποτέ να μη φύγουν από τα μάτια σου οι κρεμασμένοι ετούτοι.

– Ποιος τους σκότωσε;

– Η λευτεριά, ας είναι καλά!»

«Αυτός ο ίδιος πατέρας, όμως, χάρισε στον Νίκο Καζαντζάκη την υδρόγειο σφαίρα που ”ταξίδευε” τον μικρό γιο του σε όλη την υφήλιο πριν εκείνος ακόμη απλώσει τα φτερά του και φύγει από την Κρήτη. Ο ίδιος αυτός πατέρας, όταν ο νεαρός Νίκος του ζήτησε να μάθει μια ακόμη γλώσσα, του ζήτησε ως ”αντάλλαγμα” να φοράει ακόμη μια μπλούζα για να μην κρυώνει, και ήταν ο ίδιος πατέρας που είπε: ”Ας πάει και το παλιάμπελο… η σταφίδα, το κρασί, το λάδι, όλη μου η σοδειά, ας γίνει χαρτί και μελάνι για το γιο μου!


Μοιραστείτε το άρθρο, με αυτόν τον τρόπο μας επιβραβεύετε.

Ακολουθήστε το newsplanet09.info στο Google News για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.

Fair Notice -Mε επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος:Το newsplanet09 όπως και η σελίδα μας newsplanet09 στο facebook απαγορεύει ρητώς από 9/6/20 οποιαδήποτε επισήμανση ή χαρακτηρισμό των άρθρων του από μη αναγνωρισμένες από το Ελληνικό κράτος, αλλά και τους διεθνείς νόμους προστασίας ατομικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθερίας άποψης και ιδεών από διαδικτυακές οργανώσεις, οι οποίες δεν συνάδουν με το Σύνταγμα & τους νόμους της χώρας μας, και τις οποίες δεν αναγνωρίζουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.